Πολιτικοί και ακαδημαϊκοί στη σημερινή μας εποχή συμφωνούν ότι τα συστήματα επικοινωνίας, είναι μέρος της «πολιτισμικής βιομηχανίας» και αυτό γιατί η λειτουργία τους παρουσιάζει ομοιότητες και διαφορές με τη λειτουργία της οικονομίας. Τα παραγόμενα αγαθά από τα ΜΜΕ ακολουθούν και τείνουν να ενσωματωθούν στη γενική δομή της κοινωνίας βοηθώντας μέσω των λόγων, κειμένων και εικόνων να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τον κόσμο. Αξιοσημείωτο όμως είναι οι συνέπειες που προκαλούν οι διάφοροι τρόποι χρηματοδότησης της πολιτισμικής παραγωγής και αφορούν το κάθε τι που φαίνεται στους λόγους, κείμενα, αναπαραστάσεις στο δημόσιο χώρο και το σημαντικότερο την πρόσβαση που έχει το κοινό σ’ αυτό. Για να μπορέσουμε να μελετήσουμε τα παραπάνω θα πρέπει μαζί με την κριτική ανάλυση να συμπεριλάβουμε και την εμπειρική έρευνα, που ασχολείται με πρακτικά ζητήματα αφ’ ενός και αφ’ ετέρου με την πολιτική που εφαρμόζεται. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πολιτισμικές σπουδές, όπου μαζί με την κριτική ανάλυση ασχολούνται με τη συγκρότηση και άσκηση της εξουσίας. Ωστόσο όμως στον τρόπο προσέγγισης τους διαφέρουν, γι’ αυτό υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η κριτική πολιτική οικονομία εντάσσεται θεσμικά στις κοινωνικές επιστήμες, χωρίς βέβαια να αποτελεί κλάδο ξεχωριστό και οι μελετητές της προέρχονται από τις τάξεις των οικονομολόγων, των πολιτικών επιστημών και των κοινωνιολόγων. Οι σχολές όμως και τα προγράμματα των πολιτισμικών σπουδών εντάσσονται στα τμήματα των ανθρωπιστικών σπουδών και οι μελετητές προέρχονται από τις ανθρωπιστικές και ιστορικές σπουδές. Εξαιτίας αυτής της διαφοράς φυσικό είναι να αντιμετωπίζουν το θέμα της επικοινωνίας, η καθεμιά σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά τους χρησιμοποιώντας διαφορετικά σημεία αναφοράς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπερβούν τα θεωρητικά τους όρια όπως και συμβαίνει πολλάκις. Έτσι έχουμε δύο ρεύματα όπου οι πολιτισμικές σπουδές ασχολούνται με τη μελέτη: α) της ανάλυσης των πολιτισμικών κειμένων, μεταξύ των οποίων και αυτά που παράγει η βιομηχανία των ΜΜΕ. Τα δε νοήματα που προκύπτουν είναι μεταβλητά και συναρτώνται από τα συμφραζόμενα της συνολικής αφήγησης, με το είδος του προγράμματος, τη διαφήμιση του προγράμματος και των πρωταγωνιστών. β) Εξετάζουν πώς ερμηνεύει το κοινό τα παραγόμενα προϊόντα των ΜΜΕ και πώς τα εντάσσουν στην προϋπάρχουσα γνώση του αλλά και στη ζωή του. Το ακροατήριο σ’ αυτή την περίπτωση είναι ενεργό υποκείμενο που προσπαθεί να κατανοήσει και να νοηματοδοτήσει τη θέση του. Δεν δέχεται παθητικά τα παραγόμενα προϊόντα ενός κυρίαρχου συστήματος. Όμως το πρόβλημα που υπάρχει, είναι η ανάλυση για την πολιτισμική βιομηχανία, που μας δίνουν οι πολιτισμικές σπουδές, όπου δεν ασχολούνται καθόλου με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ως βιομηχανία, καθώς επίσης και πώς η οικονομική οργάνωσή της επηρεάζει την κυκλοφορία του νοήματος και την παραγωγή. Επίσης δεν παίρνει υπ’ όψη της καθόλου τη θέση που κατέχουν οι καταναλωτές στον οικονομικό σχηματισμό για τις επιλογές τους. Η κριτική ανάλυση ενστερνίζεται τη ρεαλιστική αντιμετώπιση των φαινομένων που μελετά και χρησιμοποιεί κατασκευές που υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο. Είναι επίσης υλιστική και ενδιαφέρεται για την αλληλεπίδραση ανθρώπων και υλικού περιβάλλοντος. Δεν αγνοεί και την ιστορική διάσταση η οποία την κάνει να διαφέρει από άλλες προσεγγίσεις που ανακόπτονται από τον ιστορικό χρόνο και χώρο. Η κριτική πολιτική οικονομία διαφέρει από την κυρίαρχη μορφή οικονομικής επιστήμης σε τέσσερα βασικά σημεία. Πρώτον, είναι ολιστική. Δεύτερον, είναι ιστορική. Τρίτον, ένα από τα κεντρικά μελετήματά της είναι η ισορροπία καπιταλιστικής δράσης και παρεμβατικής εξουσίας του πολίτη. Τέταρτον, και ίσως σημαντικότερο απ’ όλα, δεν περιορίζεται σε τεχνικά ζητήματα αποδοτικότητας, αλλά καταπιάνεται με βασικά ζητήματα ηθικής όπως είναι η δικαιοσύνη, η ισότητα και το κοινό καλό. Ενώ η παραδοσιακή οικονομική επιστήμη θεωρεί την «οικονομία» έναν διακριτικό και εξειδικευμένο χώρο, η κριτική πολιτική οικονομία ενδιαφέρεται για την αλληλεπίδραση της οικονομικής οργάνωσης και της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής. Στη φιλελεύθερη πολιτική οικονομία όμως τα παραγόμενα προϊόντα λειτουργούν ανταγωνιστικά, ώστε οι καταναλωτές να έχουν την ευκαιρία να κάνουν επιλογές προς όφελος τους. Γι’ αυτό μας λέγει ο Άνταμ Σμιθ πολλές κυβερνήσεις ιδιωτικοποιούν τους δημόσιους οργανισμούς, για να αυξήσουν τις επιλογές του καταναλωτή. Το ζήτημα όμως είναι ότι κυρίαρχη οικονομική επιστήμη επικεντρώνεται στα κυρίαρχα άτομα του καπιταλισμού ενώ η κριτική πολιτική οικονομία ξεκινά από σύνολα κοινωνικών σχέσεων και από τις σχέσεις εξουσίας. Έτσι οι εργαλειοκράτες ασχολούνται με το πώς οι κεφαλαιοκράτες χρησιμοποιούν την οικονομική τους δύναμη, για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους στο σύστημα της αγοράς μέσω της δημόσιας ελεγχόμενης πληροφόρησης. Η κυβέρνηση επομένως με τους επιχειρηματίες παίρνουν τη μερίδα του λέοντος στις ειδήσεις. Οι δε μεγάλες εταιρείες μπορούν να ελέγχουν επιλεκτικά εφημερίδες, τηλεοπτικά προγράμματα καθορίζοντας τη γραμμή που θα ακολουθήσουν. Όμως δεν το κατορθώνουν πάντα αυτό, γι’ αυτό θέτουν όρια και κινούνται σε συγκεκριμένες δομές. Οι δομές όμως αυτές δεν είναι στατικές, αλλά αναπαράγονται και μεταβάλλονται διαρκώς μέσω της καθημερινής δράσης. Ο Μάικλ Σάντσον μας λέει ότι η πολιτική οικονομία σχετίζει απ’ ευθείας τα προϊόντα της ειδησεογραφίας με την οικονομική δομή της οργάνωσης των ειδήσεων. Η κριτική πολιτική οικονομία είναι βέβαια ιστορική και σύμφωνα με τον Φερνάν Μπρωντέλ, εκείνο που την ενδιαφέρει είναι πως ο γρήγορος χρόνος των γεγονότων, αντικείμενο της αφηγηματικής παραδοσιακής ιστορίας, σχετίζεται με τους αργούς αλλά αισθητούς ρυθμούς, που χαρακτηρίζουν τη σταδιακά εξελισσόμενη ιστορία των οικονομικών σχηματισμών και των συστημάτων κυριαρχίας. Οι ιστορικές διεργασίες που έχουν κεντρική θέση στην κριτική πολιτική οικονομία της κουλτούρας είναι: η ανάπτυξη των μέσων, η αυξανόμενη επιρροή των ειδήσεων, η εμπορευματοποίηση και ο μεταβαλλόμενος ρόλος της κρατικής και κυβερνητικής παρέμβασης. Εξαιτίας των ιδιωτικοποιήσεων και συρρικνώσεων των δημόσιων οργανισμών οι μεγάλες επιχειρήσεις ελέγχουν ολοένα και περισσότερο την παραγωγή των ΜΜΕ σύμφωνα με τα συμφέροντα και τους στόχους τους. Αυτό το επιτυγχάνουν με δύο τρόπους: α) αυξάνοντας το μερίδιο της πολιτισμικής παραγωγής και β) με τον έλεγχο της πολιτισμικής δραστηριότητας μέσω της διαφήμισης και των χορηγιών. Έτσι έχουμε από το ένα μέρος τους εκπροσώπους της πολιτικής οικονομίας, που υποστηρίζουν ότι πρέπει οι κρατικές παρεμβάσεις να είναι ελάχιστες και οι δυνάμεις της αγοράς να λειτουργούν με τη μέγιστη δυνατή ελευθερία. Από το άλλο μέρος έχουμε τους εκπροσώπους της κριτικής πολιτικής οικονομίας, που επισημαίνουν τις παραμορφώσεις και ανισότητες που γεννά το σύστημα της αγοράς, προτείνοντας ότι αυτές οι αδυναμίες μπορούν να αποκατασταθούν μόνο με κρατική παρέμβαση. Ωστόσο όμως στην πολιτική οικονομία τα επιχειρήματα για την κατάλληλη ισορροπία κρατικής και ιδιωτικής δραστηριότητας ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρα, αφού εστιάζονταν σε μια θεώρηση του «δημόσιου αγαθού». Ο Άνταμ Σμιθ θεωρούσε ότι η αγορά είναι ένα σύστημα όχι απλώς αποδοτικότερο αλλά και ηθικά ανώτερο. Διέγνωσε δε ότι υπάρχουν προβλήματα στη δημόσια σφαίρα της κουλτούρας από την ιδιωτική δραστηριότητα και πρότεινε διάφορα μέτρα κρατικής παρέμβασης, για να ανεβεί η στάθμη της δημόσιας πληροφόρησης, ώστε να παρέχονται στον καταναλωτή ωφέλιμα και χρήσιμα προϊόντα. Η δε κριτική πολιτική οικονομία προχώρησε παραπέρα τις σκέψεις του Σμιθ και τις συνέδεσε με τα δικαιώματα των πολιτών, ώστε να ωφελούνται όλες οι κοινωνικές τάξεις σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά τους. Το γενικό ιδεώδες ενός επικοινωνιακού συστήματος που λειτουργεί ως δημόσια σφαίρα ανοιχτή, πολυφωνική και προσιτή είναι το βασικό μέτρο με το οποίο η κριτική πολιτική οικονομία ορίζει τις επιδόσεις των υπαρχόντων συστημάτων και διατυπώνει εναλλακτικές προτάσεις. Τέλος για να αναδείξουμε τα ενδιαφέροντα και τις προτεραιότητες της κριτικής πολιτικής οικονομίας των επικοινωνιών θα βοηθηθούμε από τρεις τομείς ανάλυσης: α) από την παραγωγή πολιτισμικών αγαθών, β) από την εξέταση της πολιτικής οικονομίας των κειμένων και γ) από την αποτίμηση της πολιτικής οικονομίας της πολιτιστικής κατανάλωσης, για να αναδείξουμε σε ποια σχέση βρίσκεται η υλική και πολιτισμική ανισότητα, η οποία ενδιαφέρει ιδιαίτερα την πολιτική οικονομία
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

kali perilipsi
ΑπάντησηΔιαγραφή